Έχουν περάσει λίγα χρόνια από την τελευταία μου αποκριάτικη μεταμφίεση, παρότι ή επιθυμία παραμένει αμείωτη. Κάθε Φεβρουάριο εμφανίζεται ξανά — με υφάσματα, αναμνήσεις και την ανάγκη να ονειρευτώ, έστω για λίγο, ποια θέλω να γίνω. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβω, το μυαλό μου γυρίζει πάντα πίσω. Γιατί οι Απόκριες δεν είναι απλώς μια γιορτή· είναι μια επιστροφή. Πίσω στα παιδικά χρόνια, τότε που μια στολή αρκούσε για να γίνεις ό,τι ήθελες: Βασίλισσα της νύχτας, Πειρατίνα, Πίπη Φακιδομύτη, Ινδιάνα, — ή κάτι εντελώς απροσδιόριστο, φτιαγμένο από τη φαντασία και την ντουλάπα της μαμάς.
Οι στολές εκείνων των χρόνων δεν ήταν τέλειες, αλλά ήταν αληθινές. Φτιαγμένες από ό,τι ύφασμα υπήρχε πρόχειρο: ένα παλιό σεντόνι που γινόταν φάντασμα, μια κουρτίνα που μεταμορφωνόταν σε κάπα, τσόχα κομμένη στο χέρι για καπέλα και μάσκες, τούλι για φούστες που γέμιζαν στατικό ηλεκτρισμό και όνειρα. Το βελούδο έμπαινε στις πιο «επίσημες» στολές — βασίλισσες, μάγοι — ενώ το σατέν, γυαλιστερό και λίγο δύστροπο, υπόσχονταν λάμψη, έστω κι αν τσάκιζε από την πρώτη βόλτα.

Και πρωταγωνίστρια της υφασμάτινης δημιουργίας φυσικά η μαμά. Η μαμά που έπαιρνε το Burda και το έφερνε στο σπίτι σαν ιερό αντικείμενο. Η Ειρήνη και εγώ σκυμμένες από πάνω του, να ξεφυλλίζουμε σελίδες, να δείχνουμε με το δάχτυλο, να λέμε «αυτή!» και μετά «όχι, αυτή είναι καλύτερη». Πατρόν, σχέδια, λεπτομέρειες — όλα έμπαιναν στο μικροσκόπιο με απόλυτη σοβαρότητα. Δεν διαλέγαμε απλώς τι θα φορέσουμε. Διαλέγαμε τι θα γίνουμε!
Και το καλύτερο όλων ήταν ότι δεν ήταν ποτέ μόνο μία στολή η κάθε χρονιά. Γιατί υπήρχαν πολλά πάρτι. Του σχολείου, στο σπίτι φίλων, στους Οδηγούς. Και φυσικά, δεν γινόταν να φορέσουμε την ίδια στολή παντού. Στους Οδηγούς πάντα ανέβαινε ο βαθμός δυσκολίας και εφευρετικότητας και η δημιουργικότητα έπρεπε να δουλέψει υπερωρίες. Άλλη ιδέα, άλλο ύφασμα, άλλη μεταμόρφωση. Γιατί υπήρχε κι ένας άτυπος διαγωνισμός: ποιος θα είχε την καλύτερη, την πιο ευρηματική, την πιο δημιουργική ιδέα. Όχι απαραίτητα την πιο ακριβή ή την πιο «τέλεια», αλλά εκείνη που θα έκανε τους άλλους να σταθούν λίγο παραπάνω και να ομολογήσουν “φανταστική ιδέα, πως το σκέφτηκες;”
Από τις τόσες πολλές στολές ακόμα θυμόμαστε και βρίσκεται κάπου στο υπόγειο καλά φυλαγμένη η Βασίλισσα της Νύχτας, με σκούρα υφάσματα και κολλημένα χρυσά αστέρια πάνω στο τούλι, λάμψη και μυστήριο. Αλλά και η Πίπη Φακιδομύτη, γεμάτη χρώμα και ατίθασα κοτσιδάκια που έγιναν με μαλλί πλεξίματος και σύρμα, η Ινδιάνα με κρόσσια σε φυσικές αποχρώσεις και τεράστια φτερά στο κεφάλι αλλά και η Καουμπόισσα με ψηλές μπότες και γιλέκο ή η αγαπημένη της Ειρήνης Πειρατίνα, (που φορέθηκε κάποιες χρονιές αργότερα και από εμένα) πάντα έτοιμη για περιπέτεια με το ένα μάτι κλειστό, η Κινέζα, η ροκ χορεύτρια, η Πανκ, η μπαλαρίνα, η Κυρία του παλιού καιρού (έτσι την είχαμε ονομάσει χωρίς ακριβώς να ξέρουμε και τι εννοούμε. Κάθε στολή είχε τον δικό της χαρακτήρα και καμία δεν έμοιαζε με την προηγούμενη. Αυτή που δύσκολα μπορώ να ξεχάσω- παρότι δεν διασώθηκε τίποτα, μόνο κάτι φωτογραφίες- είναι η στολή Μπουκάλι Ουζο 12 που έφτιαξα με την Ειρήνη για ένα οδηγικό πάρτυ φορώντας γύρω μου μια χαρτόκουτα που βάψαμε λευκή και ζωγραφίσαμε το λογότυπο του ομώνυμου ούζου και από κάτω ντυμένη με λευκό κολλάν και ζιβάγκο και ένα λευκό χειροποίητο χάρτινο καπέλο για πώμα. Αλλά και η στολή Βυθός που κολλήσαμε πάνω στο μπλε- γαλάζιο τούλι ότι είχαμε και δεν είχαμε σε κοχύλι, δίχτυ, αστερία και βότσαλο.

Ώρες κοπής, πρόβες, διορθώσεις της τελευταίας στιγμής. «Στάσου να σου το φέρω λίγο πιο μέσα», «μην κουνιέσαι», «θα το σιδερώσουμε στο τέλος». Και εμείς να περιμένουμε ανυπόμονα τη στιγμή που θα φορέσουμε τη στολή ολοκληρωμένη, έτοιμες να βγούμε στον κόσμο και να κερδίσουμε — αν όχι βραβείο — σίγουρα εντυπώσεις.
Ίσως γι’ αυτό οι Απόκριες μένουν τόσο ζωντανές μέσα μας. Γιατί δεν ήταν απλώς μεταμφίεση. Ήταν συνεργασία, φαντασία, φροντίδα και πολύ δημιουργικότητα. Ήταν εκείνες οι στιγμές γύρω από ένα τραπέζι, με το Burda ανοιχτό, δύο παιδιά που ονειρεύονταν και μια μαμά που ήξερε πώς να κάνει τα όνειρα μας πραγματικότητα με λίγα μέτρα ύφασμα.

Σήμερα, οι στολές είναι πιο καλοραμμένες, τα υφάσματα πιο εξελιγμένα, τα πάντα πιο «έτοιμα» και εύκολα. Κι όμως, κάτι από εκείνη τη μαγεία επιβιώνει. Κάθε φορά που αγγίζουμε ένα ύφασμα και σκεφτόμαστε τι θα μπορούσε να γίνει. Κάθε φορά που μασκαρευόμαστε με το ίδιο κέφι για να γίνουμε και να υποδυθούμε κάτι που θα θέλαμε να είμαστε — έστω για ένα βράδυ.
Γιατί οι Απόκριες, στο τέλος τέλος, δεν είναι οι στολές. Είναι οι αναμνήσεις που τις κρατούν ζωντανές. Είναι το παιδί μέσα μου που ακόμα πιστεύει ότι με το σωστό ύφασμα μπορείς να μεταμορφώσεις τον κόσμο ολόκληρο!
Με υφασμάτινους χαιρετισμούς,
Ελευθερία xxx
