Στεκόμασταν μαζί με τη φίλη μου Βάλυ, μπροστά σε ένα φόρεμα κατά την επισκεψή μας στην έκθεση, «Είσαι αυτό που φοράς» στο Μουσείο Μπενάκη και έμοιαζε σαν το ύφασμα να είχε κυλήσει πάνω στο μανεκέν- κούκλα. Και μπορεί η έκθεση δυστυχώς να μην μας μίλησε καθόλου παρά τον ενθουσιασμό μου που είδα από τόσο κοντά κομμάτια της Κοκοσσαλάκη– ωστόσο, όπως συμβαίνει πάντα όταν βρίσκομαι μπροστά σε ρούχα με ιστορία, άρχισα να μιλάω. Η φίλη μου με κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα που είναι με μισό ενδιαφέρον και μισή απορία, τη στιγμή που κάτι πέταξα για την σύνδεση της Κοκοσαλάκη με τη Madeleine Vionnet — τη γυναίκα που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που κόβεται ένα φόρεμα. “Και τι ακριβώς είναι η λοξή κοπή;” με ρώτησε. Και τότε κατάλαβα ότι αυτό το κείμενο έπρεπε να γραφτεί.

Η λοξή κοπή είναι η τεχνική που άφησε το ύφασμα να κινηθεί ελεύθερα και άλλαξε για πάντα τον τρόπο που φοράμε τα ρούχα.

Φαντάσου ένα τετράγωνο κομμάτι ύφασμα. Αν το κόψεις ίσια, οριζόντια ή κάθετα, μένει σταθερό και σχετικά άκαμπτο. Αν όμως το κόψεις διαγώνια, στις 45°, ξαφνικά αποκτά κίνηση: γίνεται πιο μαλακό, πιο εύκαμπτο, ακολουθεί το σώμα. Αυτή είναι η λοξή ή διαγώνια κοπή, γνωστή διεθνώς ως bias cut.

Πάμε όμως να εξετάσουμε το ύφασμα για να καταλάβεις καλύτερα την τεχνική. Κάθε ύφασμα έχει δύο βασικές κατευθύνσεις νημάτων: την κάθετη και την οριζόντια. Εκεί βρίσκεται η δομή και η σταθερότητά του. Παραδοσιακά, τα ρούχα κόβονταν ακολουθώντας αυτές τις γραμμές. Έτσι δημιουργούνταν φορέματα που κρατούσαν το σώμα, το διαμόρφωναν, πολλές φορές ακόμη και το περιόριζαν. Η λοξή κοπή βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στις δύο αυτές κατευθύνσεις, δηλαδή στη διαγώνιο των 45°. Εκεί το ύφασμα αποκτά τη μεγαλύτερη φυσική του ελαστικότητα. Κι όταν ένα φόρεμα κοπεί έτσι, συμβαίνει κάτι σχεδόν μαγικό: το ύφασμα δεν στέκεται απλώς πάνω στο σώμα αλλά κινείται μαζί του. Στην κλασική κοπή, το ρούχο ορίζει το σώμα, το κρατά, το σχηματίζει, μερικές φορές το κρύβει. Στη λοξή, διαγώνια κοπή συμβαίνει το αντίθετο. Το σώμα είναι εκείνο που δίνει μορφή στο ρούχο. Το ύφασμα ακολουθεί, ρέει και πέφτει διαφορετικά πάνω σε κάθε σώμα. Η αίσθηση είναι τελείως διαφορετική. Ένα ρούχο κομμένο ίσια μοιάζει σχεδόν σαν πανοπλία, είναι δομημένο, σταθερό, προστατευτικό. Ένα ρούχο κομμένο λοξά μοιάζει περισσότερο με νερό. Κυλά πάνω στο σώμα και βρίσκει μόνο του τη φυσική του θέση.

Ο δρόμος προς τη λοξή κοπή είχε αρχίσει να ανοίγει λίγο νωρίτερα, χάρη στον Paul Poiret. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Poiret ήταν από τους πρώτους σχεδιαστές που τόλμησαν να απομακρυνθούν από τον κορσέ και τις αυστηρές γραμμές που περιόριζαν το σώμα. Τα ρούχα του ήταν πιο χαλαρά, πιο ρευστά, εμπνευσμένα από χιτώνες, κιμονό και ανατολίτικες σιλουέτες. Δεν χρησιμοποίησε τη λοξή κοπή με τον τρόπο που θα έκανε αργότερα η Madeleine Vionnet, αλλά ήταν εκείνος που έκανε για πρώτη φορά αποδεκτή την ιδέα ότι ένα ρούχο δεν χρειάζεται να «κρατά» το σώμα για να είναι κομψό.

Αν ο Poiret ελευθέρωσε το σώμα από τον κορσέ, η Vionnet ελευθέρωσε το ίδιο το ύφασμα.

Η Madeleine Vionnet, γεννημένη το 1876, δεν ανακάλυψε τη λοξή, διαγώνιο κοπή. Ήταν όμως εκείνη που την έκανε τέχνη. Στη δεκαετία του 1920, σε μια εποχή που οι γυναίκες άφηναν πίσω τους τον κορσέ και διεκδικούσαν περισσότερη ελευθερία, η Vionnet άρχισε να δουλεύει απευθείας πάνω στο ύφασμα, χωρίς πατρόν, χωρίς αυστηρές γραμμές. Τα φορέματά της δεν προσπαθούσαν να επιβληθούν στο σώμα. Το ακολουθούσαν. Δεν το έκρυβαν αλλά το άφηναν να κινηθεί. Έμοιαζαν να πέφτουν φυσικά, σαν να είχαν βρει μόνα τους τη θέση τους πάνω σε όποιον τα φορούσε. Η τεχνική της διαγώνιας κοπής δεν εμφανίστηκε τυχαία εκείνη την εποχή.  Γεννήθηκε τη στιγμή που όλα άλλαζαν. Τότε που το σώμα έπαυε σιγά σιγά να θεωρείται κάτι που έπρεπε να «διορθωθεί».

Αργότερα, η τεχνική της λοξής κοπής επηρέασε σχεδιαστές όπως η Madame Grès, ο John Galliano και η Donna Karan. Κάθε γενιά επέστρεφε στη λοξή κοπή όταν ήθελε να θυμηθεί ότι το σώμα και το ρούχο δεν χρειάζεται να συγκρούονται αλλά μπορούν να συνεργάζονται.

Σήμερα, σε έναν κόσμο γεμάτο ελαστικά υφάσματα και stretch ρούχα, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η διαγώνια κοπή ανήκει πια στο παρελθόν. Κι όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το stretch ύφασμα απλώς τεντώνεται για να προσαρμοστεί. Η λοξή κοπή κάνει κάτι διαφορετικό, ακολουθώντας  το σώμα χωρίς να το πιέζει. Δεν προσπαθεί να το χωρέσει αλλά μοιάζει να ξέρει πώς πρέπει να κινηθεί μαζί του. Κάθε φορά που βλέπεις ένα φόρεμα να πέφτει τέλεια, να κινείται με τρόπο σχεδόν ανεπαίσθητο, σαν να έχει δική του ζωή, είναι πολύ πιθανό να κρύβεται από πίσω η λοξή, διαγώνιος κοπή!

Βγαίνοντας από την έκθεση, η Βάλυ κοίταξε ξανά το φόρεμα που είχε προκαλέσει όλη αυτή τη συζήτηση.

“Δηλαδή κάθε ρούχο έχει τη δική του κατεύθυνση;” με ρώτησε. “Ναι” της απάντησα. “Και τα πιο όμορφα είναι εκείνα που ακολουθούν τη δική μας”!

Μοιράσου τη σκέψη σου