Η Madeleine Vionnet – την οποία ίσως να μην έχεις ακούσει μέχρι σήμερα αν δεν ασχολείσαι με την μόδα και κυρίως την ιστορία της μόδας- είναι η γυναίκα που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το γυναικείο ένδυμα και σημάδεψε τη μόδα του 20ού αιώνα με πρωτοποριακές τεχνικές, υλικά και φιλοσοφία που ακόμα και σήμερα εμπνέουν τους πιο σπουδαίους δημιουργούς.
Πάμε να δούμε ωστόσο ποια ήταν η Madeleine Vionnet. Γεννήθηκε στη Γαλλία το 1876 και από πολύ μικρή ηλικία βρέθηκε στον κόσμο της ραπτικής. Ξεκίνησε ως απλή μοδίστρα, όμως η πορεία της την οδήγησε σε οίκους υψηλής ραπτικής, όπως οι Callot Soeurs και ο Jacques Doucet, όπου διαμόρφωσε το βλέμμα της πάνω στην κομψότητα και τη δομή του ρούχου. Το 1912, με θάρρος και όραμα, ίδρυσε τον δικό της οίκο μόδας στο Παρίσι και αμέσως άρχισε να γράφει μια νέα σελίδα στην ιστορία της γυναικείας ένδυσης.

Οι Καινοτομίες της που άλλαξαν τη Μόδα
Η μεγάλη επανάσταση που έφερε η Madelein Vionnet ήταν η κοπή υπό γωνία, το περίφημο bias cut. Κόβοντας το ύφασμα διαγώνια, ανακάλυψε ότι αποκτούσε πρωτόγνωρη ελαστικότητα και χάρη, αγκαλιάζοντας το σώμα με φυσικότητα και ελευθερία. Η τεχνική αυτή δεν ήταν απλώς αισθητική ανακάλυψη· ήταν κοινωνικό γεγονός. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι γυναίκες μόλις είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από τον σφιχτό κορσέ που επί αιώνες έπλαθε βίαια τη σιλουέτα τους. Η Vionnet υπήρξε από τις πιο έντονες φωνές αυτής της αλλαγής, προσφέροντας ένα νέο είδος ρούχου που δεν καταπίεζε αλλά ανέδεικνυε το σώμα. Με το bias cut, το ένδυμα γινόταν ζωντανό· ακολουθούσε την κίνηση, έπεφτε με φυσική χάρη και άνοιγε τον δρόμο για μια γυναικεία φιγούρα πιο αληθινή, πιο δυναμική, πιο ελεύθερη.
Τα υφάσματα που προτιμούσε ήταν εξίσου σημαντικά με τις τεχνικές της. Το μετάξι, το κρεπ και το σατέν ήταν οι μεγάλοι της έρωτες, καθώς τους επέτρεπαν να ρέουν γύρω από το σώμα σαν νερό. Η ελαφριά μουσελίνα της έδινε τη δυνατότητα να δημιουργεί φορέματα που αιωρούνταν σχεδόν, χωρίς να χρειάζονται περιττά στολίδια ή βαριά κεντήματα. Για εκείνη, το ύφασμα δεν ήταν ποτέ απλώς υλικό· ήταν ένα ζωντανό στοιχείο που, στα σωστά χέρια, μπορούσε να μεταμορφωθεί σε τέχνη.

Πέρα όμως από τις αισθητικές της καινοτομίες, η Vionnet υπήρξε και μια γυναίκα με όραμα για τη μόδα ως επάγγελμα. Αυτό που συχνά παραβλέπεται, είναι η συμβολή της Vionnet στην κατοχύρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας στη μόδα. Σε μια εποχή που οι σχεδιαστές έβλεπαν τα δημιουργήματά τους να αντιγράφονται χωρίς δεύτερη σκέψη, εκείνη ήταν από τις πρώτες που πάλεψε για την αναγνώριση των δικαιωμάτων του δημιουργού. Πατεντάρισε σχέδια, εισήγαγε φωτογραφική τεκμηρίωση για κάθε κομμάτι που έβγαινε από τον οίκο της, και συνεργάστηκε με νομικούς μηχανισμούς ώστε να προστατεύει τις δημιουργίες της. Αυτή η επιμονή δεν αφορούσε μόνο τη δική της εργασία· ήταν μια πράξη που αναγνώριζε τη μόδα ως τέχνη ισότιμη με τη ζωγραφική ή τη γλυπτική, και τους σχεδιαστές ως καλλιτέχνες που άξιζαν τον ίδιο σεβασμό. Με τη στάση της έθεσε τα θεμέλια για τις σημερινές συζητήσεις γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα στον χώρο της μόδας, δείχνοντας ότι η δημιουργικότητα δεν είναι απλώς προϊόν, αλλά πνευματική περιουσία.

Εξίσου εντυπωσιακή υπήρξε και η τόλμη της να εισάγει το φερμουάρ στον κόσμο της haute couture. Αν και το φερμουάρ είχε εφευρεθεί νωρίτερα, θεωρούνταν ένα χρηστικό, σχεδόν ταπεινό εξάρτημα, ακατάλληλο για τα πολυτελή φορέματα των μεγάλων σαλονιών. Η Vionnet φαίνεται πως ήταν πιθανότατα η πρώτη που το ενσωμάτωσε σε δημιουργίες υψηλής ραπτικής, αποδεικνύοντας ότι η πρακτικότητα δεν αναιρεί την κομψότητα. Με αυτή την κίνηση, έσπασε ένα ακόμη ταμπού: έδειξε πως η μόδα δεν χρειάζεται να θυσιάζει την άνεση στον βωμό της ομορφιάς. Το φερμουάρ, μέσα από τα χέρια της, απέκτησε κύρος και αναδείχθηκε σε εργαλείο που έδινε μεγαλύτερη ελευθερία και λειτουργικότητα στις γυναίκες, κάτι που ταίριαζε απόλυτα με τη δική της φιλοσοφία.
Η κληρονομία της Vionnet
Η Madeleine Vionnet αποσύρθηκε το 1939, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια κληρονομιά. Ονόματα όπως ο John Galliano, ο Azzedine Alaïa και ο Issey Miyake έχουν παραδεχτεί ότι η δουλειά τους δεν θα ήταν η ίδια χωρίς τη δική της πρωτοπορία. Σήμερα, κάθε φορά που βλέπουμε ένα φόρεμα να γλιστρά πάνω στο σώμα μας σαν δεύτερο δέρμα, θυμόμαστε ότι κάπου στο βάθος υπάρχει και η υπογραφή της αγαπημένης σχεδιάστριας μόδας!

Ποια η σχέσης της Vionnet και της Κοκοσαλάκη;
Μετά την αποχώρηση της Madeleine Vionnet το 1939, ο οίκος έκλεισε τις πόρτες του και για δεκαετίες έμεινε σιωπηλός. Οι δημιουργίες της συνέχισαν να μελετώνται από σχεδιαστές, ιστορικούς και τεχνίτες, όμως ο οίκος παρέμεινε αδρανής, σαν ένα κομμάτι ιστορίας που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να ξαναγεννηθεί. Στις αρχές του 21ου αιώνα ξεκίνησαν προσπάθειες αναβίωσης, με στόχο να φέρουν τη Vionnet στη σύγχρονη εποχή χωρίς να προδώσουν την κληρονομιά της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 2006, ο οίκος ανέθεσε τον δημιουργικό του προσανατολισμό στη Σοφία Κοκοσαλάκη — μια σχεδιάστρια της οποίας η αισθητική, βαθιά επηρεασμένη από την αρχαία Ελλάδα, φαινόταν να συνομιλεί φυσικά με τη φιλοσοφία της Vionnet.
Η Κοκοσαλάκη, γνωστή για τη δική της αφοσίωση στην αρχαιοελληνική αισθητική και τις πτυχώσεις που παρέπεμπαν σε αγάλματα και χιτώνες, βρήκε στη Vionnet μια πνευματική συγγένεια. Οι δημιουργίες της συνέχισαν το νήμα της ελευθερίας του υφάσματος και της σχέσης της μόδας με την κίνηση του σώματος, αποτίοντας φόρο τιμής στη γυναίκα που πρώτη έσπασε τα δεσμά του κορσέ.
Ωστόσο, η συνεργασία αυτή δεν κράτησε πολύ· η Κοκοσαλάκη αποχώρησε έπειτα από λιγότερο από δύο χρόνια, καθώς ο αναβιωμένος οίκος αναζητούσε ακόμη την ταυτότητά του ανάμεσα στην κληρονομιά της Vionnet και τις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς. Παρ’ όλα αυτά, η σύντομη αυτή περίοδος άφησε ένα αποτύπωμα ουσίας — μια συνάντηση δύο σχεδιαστριών που, αν και τις χώριζαν δεκαετίες, μοιράζονταν την ίδια πίστη στην ελευθερία του υφάσματος και την ποίηση της φόρμας. Μέσα από τη δουλειά της συνέχισε το νήμα της ελευθερίας του υφάσματος και της σχέσης της μόδας με την κίνηση του σώματος, αποτίοντας φόρο τιμής στη γυναίκα που χάρισε στις γυναίκες την πολυτέλεια της άνεσης και της αυθεντικότητας.
Η ιστορία της Vionnet δεν είναι μόνο η ιστορία μιας σχεδιάστριας, αλλά μιας γυναίκας που τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά. Έδειξε ότι η μόδα μπορεί να είναι ελευθερία, μπορεί να είναι τέχνη, μπορεί να είναι ένα όραμα που ξεπερνά τις εποχές. Και γι’ αυτό θα παραμένει για πάντα γνωστή ως η «Αρχιτέκτονας της Μόδας»!
